
Προ ημερών μιλούσα με έναν ηλικιωμένο άνθρωπο. Ήπιαμε και δυο ρακιά και, όπως πάντα, αρχίσαμε να μιλάμε για τα παλιά. Είμαστε παλιοί γνωστοί απ’ τα παιδικά μου χρόνια. Τον γνώρισα σαν έναν απλησίαστο άντρα, με γένια και μαλλιά ακούρευτα και αχτένιστα. Σχεδόν άγριος.
Άρχισε λοιπόν να μου μιλά για τα παιδικά του χρόνια και μου εξιστόρησε όλη τη ζωή του.
Από οκτώ χρόνων «στιχησμένος», μου είπε.
Τσοπανέρι σε ξένα χέρια, μακριά απ’ τους δικούς του. Έφτασε σχεδόν στα 30 του και τότε άρχισε να σκέπτεται ότι θα πρέπει να καλυτερέψει τη ζωή του, να πάει κοντά στον υπόλοιπο κόσμο. Μέχρι τότε δεν είχε κοιμηθεί σε κρεβάτι. Ούτε κανα στρώμα. Το καλοκαίρι λίγες αστιβιές σε ένα παχνί και ένα παλιοκούρελο για να μην τον αγκυλώνουν. «Και το χειμώνα, χωνόμουν στο άχυρο του αχυρώνα μέχρι το λαιμό για να μην κυρώνω».
Νερό δεν είχε στη μάντρα. Μόνο ένα πηγάδι που με τον κουβά έριχνε λίγο νερό στο πρόσωπό του για να ξενυστάξει. «Έπλενα το σώμα μου μόνο το καλοκαίρι, που, αφού κουρεύαμε τα πρόβατα, τα πηγαίναμε στη θάλασσα και κάναμε μπάνιο. Το φαί ξερό ψωμί. Καμιά φορά με ένα κομμάτι με σκουληκιασμένο τυρί ή καμιά παστή σαρδέλα. Μαγειρεμένο ποτέ. Καμιά φορά στα κρυφά έβγαζα λίγο γάλα από καμιά προβατίνα και βουτούσα το ξερό ψωμί. Όταν με προλάβαινε ο κεχαγιάς μου το πετούσε, κλωτσώντας το τσίγκινο πιάτο με οτ γάλα και το ψωμί μου.
Στα τριάντα μου καταφρονεμένος και ξεχασμένος ακόμα και από τους γονείς και τ’ αδέλφια μου, αποφάσισα να πλησιάσω τους ανθρώπους και να προσπαθήσω να γίνω σαν κι αυτούς. Άρχισα να πηγαίνω σε κάθε είδους μεροκάματο και, δυνατός και φιλότιμος όπως ήμουν, έγινα περιζήτητος και άρχισα να μαζεύω χρήματα. Πρώτο μεροκάματο 12 δρχ. τη μέρα.
Πηγαίνοντας στην πρωτεύουσα μπήκα στο σωματείο των λιμενεργατών-εκφορτωτών και το μεροκάματο έγινε τότε αρκετά καλό. Παράλληλα, τις μέρες που δεν είχε καράβι δούλευα στα φορτηγά, στα εμπορικά και όπου αλλού εύρισκα. Κοιμόμουν σ’ ένα καλύβι, μέχρι που βρήκα τη σύντροφό μου και μετακόμισα στο σπίτι. Δεν έμελλε και τότε να βρω την ησυχία μου. Η σύντροφός μου μας άφησε χρόνους και έμεινα πάλι μόνος.
Δεν έχω παράπονο απ’ τον κόσμο. Έχω όμως παράπονα απ’ τη ζωή που δεν έζησα, δεν χάρηκα κι εγώ σαν όλους τους άλλους.
Χωρίς δάκρυα συγκίνησης και με χαρακτηριστικά πετρωμένα έκλεισε την κουβέντα του, λέγοντας μόνο «Ας είναι καλά ο κόσμος. Δεν έχω παράπονο από κανένα».
Έμεινα κι εγώ πετρωμένος να τον κοιτώ να φεύγει. Αναρωτιόμουν μόνο τι κατάλαβε αυτός ο άνθρωπος περνώντας απ’ αυτή τη ζωή…
ΠΗΓΗ: en-limno.blogspot.gr
Ειδήσεις Σήμερα:
Ακολουθήστε το LimnosReport.gr - στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Λήμνο το Βόρειο Αιγαίο, όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.



