«Και σίγουρος να ήμουν πως θα πάω στον παράδεισο,θα παρακαλούσα τον Θεό να πάω από τον μακρύτερο δρόμο» (αγάπη για τη ζωή) έλεγε ο Καζαντζάκης

Εγω που την έχω σχεδόν διανύσει,λέω.Αν είμουν σίγουρη πως θα πάω στον παράδεισο,θα παρακαλούσα τον Θεό να κάνω πρώτα το σαμπάν σαγκάτ της αγοράς του τότε,να χαιρετίσω έναν έναν τους ανθρώπους της κι ύστερα να μου ανοίξει τις πόρτες(νοσταλγία)
Και να που ενα φιλαράκι γειτονόπουλο αγαπητό ο Κώστας…υποκλέπτει τη σκέψη μου και κάθε τόσο με τις αναρτήσεις του στι FB,αναρτά και την ψυχή μου στις επάλξεις της

Δείτε τη φωτογραφία….

Η εικόνα ίσως περιέχει: δέντρο και υπαίθριες δραστηριότητες

Εσείς βλέπετε δεξιά ένα πετρόχτιστο μαγαζί και γω ανοίγω τα βλέφαρα της καρδιάς και βλέπω το φούρνο της γειτονιάς μου.Ένα αίσθημα νοσταλγίας βαθειά ριζωμένο, αποδομεί τον σημερινό εξωραϊσμό και μια ευωδιά φρεσκοψημένου ψωμιού διαχέεται απ’το παρελθόν στο παρόν.Ένα κοριτσάκι με μαύρη ποδιά…πολλά κοριτσάκια με μαύρες ποδιές,μπαίνουν μέσα.Στον τεράστιο ξύλινο τετράγωνο πάγκο οι λαμαρίνες αχνίζουν λαχταριστά σταφιδόψωμα…αφήνουν μισή δραχμή σε ένα χαρτοκούτι του Ματσάγγου βιαστικά,παίρνουν ένα και φεύγουν τρεχάτες.Στις οχτώ ο μπάρμπα Δαμιανός χτυπά το κουδούνι.. Η μοσχοβολητάδα τις συνοδεύει μέχρι το γυοφύρι…

Ψηλός καλοσυνάτος ο κυρ-Σαράντης συνεχίζει να ξεφουρνίζει χασκα ψωμιά σταφιδόψωμα και κάτι αυγοειγή ψωμάκια για σάντουιτς Σε λίγο θα αρχίσουν να έρχονται τα φαγητά…και προς το μεσημέρι τα γλυκά.
Με τον κάτασπρο ολόρθο σκούφο στο κεφάλι έπιανε τα δυο μέτρα και η κυρά Μάλαμα με τα χρυσά γυαλιά δίπλα του ,μετά βίας το ενα και πενήντα.Προς το βραδάκι θα ηταν έτοιμα και τα εφτάζυμα τα παξιμάδια ακαταμάχητης ευωδιάς και γεύσης .

«Θέλω τρεις λαμαρίνες από τις μεγάλες κύριε Σαράντη»

«Πως θα τις κουβαλήσεις χωρκό παιδί; Πήγαινε κι έλα»

Πλησίαζαν Χριστούγεννα.Οι κουραμπιέδες γίνονταν δόση διπλή και τρίδιπλη….έπρεπε να φτουρίσουν για μας…τα παιδιά που θα μας πουν τα κάλαντα…τη γιαγιά Ουρανία που έμενε στο Ανδρώνι…και για εκεί που μόνο η μάνα ήξερε! «Πρόσεχε Βαρβαρούλα…μαθέ καίνε ακόμα οι λαμαρίνες» …και η Βαρβαρούλα δε πρόσεξε και η λαμαρίνα βρέθηκε ανάσκελα μπρος το πεζούλι της Μόσχαινας και οι κουραμπιέδες θρύψαλα!!!

Στο πίσω μέρος του φούρνου στο λεγόμενο δρομάκι της Πατρικιάνενας,ο Βαγγέλης, κιαχαγιάς απο τον Κάσπακα κουβάλαγε κάθε τόσο κατσνόποδα ,προσανάματα για το φούρνο.Σαν έφευγε η κυρα Μάλαμα μας έδινε μια χορτόσκουπα και σκουπίζαμε τον χωματένιο δρόμο για να παίξουμε γυαλενάκια.Ήταν το στέκι μας!!!

Εγκλωβισμένη στο παρελθόν περνώ απέναντι το πλακόστρωτο της αγοράς κι οι θύμησες ξεκινούν να σπρώχνουν η μιά την άλλη,ανασηκώνουν τη πρασινάδα της φωτογραφίας και ξεσκεπάζουν το γκριζωπό ξυλόσπιτο που μετά δυσκολίας σήκωνε τον δευτερό του όροφο Στο σκοτεινό υγρό υπόγειο έμενε η Μήλια…αφράτη σα παχουλή αρχοντοπαναγια της Δύσης,με στρογγυλό παχουλό ενισχυμένο με πομπάρι κότσο φορκετωμένο ολούθε…και γερά λικνιστά γεροδεμένα καπούλια. Ξενοδούλευε για να ζήσει.Έρημη σα την καλαμιά… Όταν την έδερνε η μοναξιά του «κάμπου» τραγουδούσε ανατολίτικους αμανέδες. Και όταν ο άνθρωπος μερακλώνει δεν υποτάσσεται σε κανέναν. Ναι ανυπότακτη ήταν η Μήλια,με ένα ταξίδι πάντα στα μάτια… Πληγωμένες χίμαιρες περπατούν με τη σιγουριά του υπνοβάτη…και τα μάτια θολώνουν

Όποιος ξεχνάει χάνεται….δακρύζει όποιος θυμάται!!!
Καλή εβδομάδα φίλοι μου

 

Δείτε παλαιότερα δημοφιλή άρθρα (Επιλογή από την Google)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here